Η ερώτηση στον τίτλο του έργου δεν συνιστά τόσο απορία που ζητά απάντηση όσο ένα ερώτημα που απευθύνεται ενεργά στο σώμα και τον νου του θεατή, γνωρίζοντας προκαταβολικά ότι οι απαντήσεις μερικές φορές δεν προσφέρουν διέξοδο: Πότε η σιωπή έγινε τόσο εκκωφαντική; Μέσα από μια συμφωνία κίνησης, ήχου, φωτός και δονήσεων, οι χορευτές και η χορογράφος θέτουν την έννοια της σιωπής σε διάλογο με την έννοια του ηλεκτρισμού, διερευνώντας τους τρόπους με τους οποίους βιώνουμε την υπερδιέγερση της πληροφορίας και τον αισθητηριακό θόρυβο στις μέρες μας. Υπάρχουν άραγε ακόμα σιωπές που βαραίνουν;
Καρπός μιας πρόσφατης πολύαισθητηριακής έρευνας που εστιάζει στην αποτύπωση της κινητικής επανάληψης, το έργο στοχεύει στην ανάδειξη των εννοιών της ταλάντωσης, της συνεχούς ροής του ηλεκτρισμού, αλλά και της δυναμικής των παύσεων, θίγοντας τη σχέση της κίνησης με την παραγωγή ενέργειας και ηχητικών πεδίων.
Η ‘εκκωφαντική σιωπή’ του τίτλου είναι ένα πεδίο γεμάτο υπόηχους, ηλεκτρικούς παλμούς και μικρές δονήσεις – στοιχεία που μπορεί να στέκονται έξω από το ακουστικό φάσμα, το σώμα μας όμως μπορεί να τα αισθανθεί. Κύματα από χαμηλές συχνότητες –που γίνονται αισθητά μέσω δονητικών subwoofers– μετατρέπουν την ακρόαση σε μια πλήρως ενσώματη εμπειρία, όπου ο θεατής δεν ακούει παθητικά αλλά αισθάνεται την ενέργεια να τον κατακλύζει μέχρι τα κόκαλά του, μέσα από τον συντονισμό του σώματός του με τις διαστάσεις του χώρου.
Μέλος της ομάδας Rosas της Αν Τερέζα Ντε Κέερσμακερ, η Ζωή Ευσταθίου χορογραφεί και αναμειγνύει τον μινιμαλισμό με την κοινωνική νοηματοδότηση της κίνησης, παραδίδοντας ένα έργο συνειδητά αφαιρετικό και βαθιά συλλογικό που απευθύνεται ταυτόχρονα στις διανοητικές αγωνίες και την αισθητηριακή συμμετοχή του θεατή. Μέσα από τον συνδυασμό της επαναληπτικότητας και της εξωστρέφειας της κίνησης, η παράσταση εξερευνά τη στιγμή πριν από τη φωνή, εκεί όπου η σιωπή είναι διττή – ένα πεδίο που πότε προστατεύει και πότε καταπιέζει.