Ο «Οιδίπους Τύραννος» σε σκηνοθεσία του Luca De Fusco είναι μια ψυχαναλυτική επανερμηνεία του κλασικού έργου του Σοφοκλή, όπου οι χαρακτήρες, τυλιγμένοι στο σκοτάδι και βασανισμένοι από μια κατάρα, εξερευνούν θέματα όπως η ταυτότητα, η ενοχή και η μοίρα.
Η σκηνοθεσία, εμπνευσμένη από τον σουρεαλισμό και τα κινηματογραφικά θρίλερ του 20ού αιώνα, παρουσιάζει τον Οιδίποδα να έρχεται αντιμέτωπος με διάφορες εκδοχές του εαυτού του.
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ
Θέλω να κάνω τον «Οιδίποδα Τύραννο» όλη μου τη ζωή. Είμαι παθιασμένος μελετητής της ψυχανάλυσης και της αστυνομικής λογοτεχνίας. Πάντα με γοήτευε αυτή η εκπληκτική πλοκή, όπου εκείνος που ερευνά τον δολοφόνο είναι ταυτόχρονα και ο ίδιος ο δολοφόνος.
Εδώ και καιρό υποστηρίζω την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της ιδιότητας του σκηνοθέτη, ο οποίος, από «δημιουργός», οφείλει κατά τη γνώμη μου να επιστρέψει στον ρόλο του ερμηνευτή. Αν όμως είναι σωστό να επιστρέφουμε στο κείμενο, είναι επίσης αλήθεια ότι δεν υπάρχει μια αυθεντική ερμηνευτική παράδοση της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Από όσα γνωρίζουμε, τα κείμενα που έχουν διασωθεί μοιάζουν αόριστα με λιμπρέτα όπερας χωρίς μουσική. Όταν σκηνοθετεί κάποιος ένα έργο αρχαίας δραματουργίας, ξεκινά ουσιαστικά από το μηδέν. Επιπλέον, η τεράστια θεματική έκταση αυτού του αριστουργήματος της ανθρωπότητας συνεπάγεται αναπόφευκτα και κάποιες «προδοσίες». Βγαίνοντας από μια πανδημία, μπορεί κανείς να μεταβεί από το κοινωνικό θέμα της πανούκλας στο θέμα του αποδιοπομπαίου τράγου κατά τον Ρενέ Ζιράρ.
Εγώ επέλεξα τον δρόμο της μεταφοράς της γνώσης. Η επιμονή του Οιδίποδα να γνωρίσει την αλήθεια τον κάνει να μοιάζει με έναν σύγχρονο Οδυσσέα που δεν μπορεί να σταματήσει να ταξιδεύει για να συνεχίσει να μαθαίνει. Το ταξίδι του Οιδίποδα, όμως, είναι ένα εσωτερικό, εκρηκτικά ενδοσκοπικό ταξίδι. Ερευνά τον εαυτό του πλέοντας μέσα στον ίδιο του τον εαυτό.
Γι’ αυτό και ο ίδιος ηθοποιός, ο Luca Lazzareschi, ερμηνεύει όχι μόνο τον πρωταγωνιστή αλλά και τους χαρακτήρες που γνωρίζουν την αλήθεια ή τουλάχιστον ένα μέρος της. Ο Luca θα είναι επομένως και ο Τειρεσίας και οι δύο αγγελιοφόροι, συνομιλώντας με παραμορφωμένες εικόνες του εαυτού του που προβάλλονται σε βίντεο. Η εικονογραφία που επιλέχθηκε είναι εκείνη του σουρεαλισμού: μια αναπόφευκτη επιλογή για ένα εσωτερικό ταξίδι ψυχαναλυτικής φύσης, ενώ η μουσική είναι παιδί της άλλης μεγάλης μου αγάπης, των αστυνομικών ιστοριών και ιδιαίτερα των κινηματογραφικών θρίλερ των μέσων του περασμένου αιώνα. Αξιοποιώντας τη δυτική και ανατολική καταγωγή του σταθερού συνεργάτη μου στη μουσική, του Ισραηλινού Ran Bagno, δεν μπορώ να ξεχάσω ότι ο Οιδίποδας είναι επίσης το πιο φλεγόμενο σημείο μίας από τις αιώνιες συγκρούσεις της ανθρωπότητας: της σύγκρουσης ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς.
Δεν θα μπορούσα να φανταστώ την πραγματοποίηση αυτού του διαχρονικού ονείρου χωρίς το μεγάλο υποκριτικό ταλέντο του Luca Lazzareschi, τη διορατική φαντασία της Marta Crisolini Malatesta και το κινηματογραφικό ταλέντο που χαρακτηρίζει τον τρόπο με τον οποίο φωτίζει ο Gigi Saccomandi, αλλά και χωρίς τη συνεργασία ηθοποιών που έχουν πλέον γίνει συνοδοιπόροι μου, ξεκινώντας από τον Paolo Serra, με τον οποίο μας συνδέει μια συνεργασία σχεδόν τριάντα χρόνων, και συνεχίζοντας με τους Francesco Biscione, Paolo Cresta και Alessandro Balletta.»