Προειδοποίηση περιεχομένου: Η παράσταση περιλαμβάνει σκληρό και έντονα φορτισμένο περιεχόμενο, γυμνό, ζωντανή αιμοληψία επί σκηνής, χρήση ζωικών οργάνων και σκηνές αυτοτραυματισμού. Κατάλληλο για ηλικίες 18+.
Ο Μισίμα μου δίδαξε, ήδη από την εφηβεία μου, μια αδιαίρετη τριάδα:
τον ερωτισμό, την ομορφιά και τον θάνατο.
Είναι όλα ένα και το αυτό:
ερωτικός, τελετουργικός, όμορφος θάνατος.
Στην ουσία, ο θάνατος ως αισθητικό ιδεώδες και η αισθητική ως σκοπός ζωής,
μια ρομαντική λαχτάρα γεννημένη από τη σεξουαλική φύση
του θανάτου, από την ωμή λυρικότητά του
A.L.
Τον Νοέμβριο του 1970, έπειτα από μια αποτυχημένη συμβολική εξέγερση για την αποκατάσταση της αυτοκρατορικής εξουσίας στην Ιαπωνία, ο Ιάπωνας συγγραφέας Γιούκιο Μισίμα (1925-1970) έβαλε τέλος στη ζωή του με seppuku (στην καθομιλουμένη χαρακίρι), μετατρέποντας το ίδιο του το σώμα στο ‘τελευταίο’ του έργο. Aντλώντας έμπνευση από τον πνευματικό κώδικα των σαμουράι –στον πυρήνα του οποίου βρίσκεται η προσταγή να ‘πεθαίνεις νοερά’ κάθε πρωί για να μην φοβάσαι τον θάνατο– η Ανχέλικα Λίντελ, μία από τις πιο ριζοσπαστικές φωνές της σύγχρονης ισπανικής σκηνής, παρουσιάζει το σεπούκου ως στοχασμό πάνω στην ελευθερία, την πειθαρχία, την ομορφιά και το όριο. Το έργο παίρνει τη μορφή ενός επικήδειου ύμνου που, χωρίς εξιδανικεύσεις, αφιερώνεται σε όλους τους Μαυτόχειρες και ενσαρκώνει σκηνικά τη βίαιη, λυρική έλξη από τον θάνατο ως αισθητικό ιδεώδες και υπαρξιακή επιλογή στον αντίποδα της πνευματικής φθοράς.
Με μια γραφή που αρνείται κάθε κατηγοριοποίηση, η ανήσυχη και ασυμβίβαστη δημιουργός υπογράφει μία από τις πιο χαρακτηριστικές παραστάσεις του σύγχρονου ευρωπαϊκού theatre-performance. Πρόκειται για ένα έργο που συνδυάζει την τελετουργία, την προσωπική εξομολόγηση και τον φιλοσοφικό στοχασμό πάνω στον θάνατο, εμπνευσμένο από τον Μισίμα. Χρησιμοποιώντας ως πρόπλασμα την ιδέα του για την αξεδιάλυτη τριάδα –ερωτισμός, ομορφιά, θάνατος– η Λίντελ συνθέτει μια παράσταση-ποίημα αποχαιρετισμού στη ζωή (jisei no ku).
Η πλοκή τροφοδοτείται από ένα προσωπικό βίωμα της Λίντελ. Ανακαλώντας την εφηβική της σχέση ‘μύησης’ με τον Μισίμα, το στήσιμο της παράστασης αναπτύσσεται πάνω σε παραδοσιακή σκηνή Nō και περιλαμβάνει αναφορές και αποσπάσματα από κείμενα του Ιάπωνα συγγραφέα, μαζί με υλικό που διατρέχει τη διαδρομή της δημιουργού. Η μουσική και η ζωντανή ιαπωνική φλογέρα συνυπάρχουν με μια πολυεθνική ομάδα ερμηνευτών, μετατρέποντας την ‘κηδεία του Μισίμα’ σε σύνθετη σκηνική αρχιτεκτονική εικόνων, ήχου και κίνησης, όπου το ωραίο συναντά το γκροτέσκο και το δαιμονικό, ενώ η ζωή επιβεβαιώνεται ακριβώς τη στιγμή της έκλειψής της.
Έπτα χρόνια μετά το Génesis 6, 6-7, η Λίντελ επανέρχεται στη σκηνή της Πειραιώς 260 για να δοκιμάσει ξανά τα όρια της αντοχής μας και να μας αφήσει, ακόμη μία φορά, άφωνους.